Οι αρρυθμίες είναι οι ένα ευρύ φάσμα διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, ως συνέπεια ανωμαλιών στις ηλεκτρικές ώσεις του μυοκαρδίου. Διακρίνονται σε ευρέως σε βραδυαρρυθμίες, κατά τις οποίες ο καρδιακός ρυθμός είναι μικρότερος από τους 60 παλμούς ανά λεπτό) και ταχυαρρυθμίες, όταν ο καρδιακός ρυθμός είναι μεγαλύτερος από 100 παλμούς ανά λεπτό. Ο καρδιακός ρυθμός θεωρείται φυσιολογικός μεταξύ 60-100 παλμών ανά λεπτό. Μπορεί να είναι καλοήθεις, όπως η υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, αλλά και απειλητικές για τη ζωή του ασθενούς, όπως η κοιλιακή μαρμαρυγή.
Συνήθως, συμβαίνει για άγνωστους λόγους και δεν εμπνέει ανησυχία.
Οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού διακρίνονται σε ταχυ- και σε βραδυ- αρρυθμίες.

Το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς ελέγχει τον καρδιακό ρυθμό και φροντίζει, με την εκπομπή των κατάλληλων ηλεκτρικών σημάτων, ώστε οι διάφοροι θάλαμοι της καρδιάς να συστέλλονται με απόλυτο συντονισμό. Οι αρρυθμίες συνήθως προκαλούνται από ένα πρόβλημα με τα ηλεκτρικά σήματα μέσα στην καρδιά, ωστόσο, ενίοτε η αιτιολογία τους δεν μπορεί να εξακριβωθεί.
Ορισμένες από τις πιο κοινές αιτίες πρόκλησης αρρυθμιών της καρδιάς είναι οι εξής:
Παράλληλα, υπάρχουν διάφοροι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα καρδιακής αρρυθμίας, όπως ο τρόπος ζωής ή μια προϋπάρχουσα καρδιακή πάθηση που μπορεί να επηρεάσει τον καρδιακό παλμό. Οι πιο κοινοί εξ αυτών είναι οι εξής:

Η διάγνωση των αρρυθμιών γίνεται με την τοποθέτηση Holter ρυθμού 24 ή 48 ωρών. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η συνεχής καταγραφή του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) του ασθενούς για 24 ή 48 ώρες αντίστοιχα, προκειμένου στη συνέχεια τα δεδομένα να αξιολογηθούν από καρδιολόγο.
Σε περίπτωση που δεν προκύψουν συμβάντα κατά την 24ωρη/48ωρη καταγραφή, αλλά ο ασθενής εξακολουθεί να έχει επαναλαμβανόμενα συγκοπτικά συμπτώματα, τότε υπάρχει η δυνατότητα υποδόριας τοποθέτησης καταγραφέα συμβάντων (eventrecorder), όπως γίνεται στην περίπτωση του βηματοδότη. Ο καταγραφέας παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα (εβδομάδας ή και μήνες), προκειμένου να καταγραφούν τα αρρυθμικά συμβάντα.
Η τοποθέτηση του καταγραφέα είναι μια απλή διαδικασία που διαρκεί μερικά λεπτά. Μετά την τοποθέτηση, ο ασθενής επιστρέφει κανονικά στις καθημερινές του δραστηριότητες.
Στη διάγνωση και μελέτη των αρρυθμιών κομβικό ρόλο παίζει και η δοκιμασία κοπώσεως ή το stress echo με εργομετρικό ποδήλατο. Τα εν λόγω τεστ αποκαλύπτουν το βαθμό κατά τον οποίο οι αρρυθμίες εμφανίζονται κατά από κόπωση, δηλαδή όταν η καρδιά έχει μεγάλη ανάγκη από αίμα κι οξυγόνο. Ο εντοπισμός αρρυθμιών κατά τη δοκιμασία κοπώσεως και το stress echo αποτελεί μια ένδειξη για πιθανή ύπαρξη στεφανιαίας νόσου.

Ο Δρ. Νινιός, μαζί με την ομάδα του, αντιμετωπίζουν καθημερινά ακόμα και τα πλέον σύνθετα και δύσκολα περιστατικά με εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ηγείται σειράς κλινικών μελετών στο Ιατρικό Διαβαλκανικό γύρω από πρωτοποριακές και καινοτόμες τεχνολογίες διαδερμικής επεμβατικής αντιμετώπισης βαλβιδοπαθειών κι άλλων προβλημάτων στην καρδιά.







Η γνώση των συμπτωμάτων της αρρυθμίας βοηθά στην έγκαιρη αναγνώριση του προβλήματος και την άμεση αναζήτηση ιατρικής φροντίδας και βοήθειας. Οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού μπορεί να ποικίλλουν πολύ σε σοβαρότητα και ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να μην έχουν εμφανή συμπτώματα. Ωστόσο, ακόμη και μια αρρυθμία που δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές και να απαιτεί ιατρική φροντίδα.
Η αντιμετώπιση των αρρυθμιών ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και τη σοβαρότητα της αρρυθμίας. Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Με τα κατάλληλα αντιαρρυθμικά φάρμακα μπορεί να αποκατασταθεί ο φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός και να αποτραπεί η επανεμφάνισή της. Ειδικότερα, στην περίπτωση της κολπικής μαρμαρυγής, η χορήγηση αντιπηκτικών φαρμάκων συμβάλει στην αποτροπή δημιουργίας θρόμβων, που είναι γνώρισμα της νόσου, κι επομένως στην πρόληψη εγκεφαλικών επεισοδίων.
Η καρδιομετατροπή (ηλεκτρική ανάταξη) είναι μια διαδικασία για την επαναφορά του ρυθμού της καρδιάς με τη χρήση ενός εξωτερικού απινιδωτή, μέσω του οποίο χορηγείται στον ασθενή ηλεκτρική εκκένωση, το λεγόμενο ηλεκτροσόκ, στο θώρακα για να αποκατασταθεί ο φυσιολογικός ρυθμός της καρδιάς. Ωστόσο, η καρδιομετατροπή δεν αποτρέπει την υποτροπή της αρρυθμίας.
Η κατάλυση (ablation) με καθετήρα είναι μια ιδιαίτερα αποτελεσματική θεραπεία για τους περισσότερους τύπους αρρυθμίας. Ο επεμβατικός καρδιολόγος εισάγει ειδικούς καθετήρες από μια φλέβα ή αρτηρία στο μηρό, τους οποίους προωθεί μέχρι την καρδιά και τις περιοχές που είναι υπεύθυνες για την αρρυθμία. Εκεί χορηγείται ενέργεια (εναλλασσόμενο ρεύμα υψηλής συχνότητας) για την καταστροφή ιστών, π.χ. ουλώδους ιστού, που προκαλεί την αρρυθμία.
Η εμφύτευση βηματοδότη επιλέγεται στις περιπτώσεις σοβαρής βραδυκαρδίας που μπορεί να προκαλέσουν ζάλη ή απώλεια αισθήσεων. Ο βηματοδότης είναι μια συσκευή που παρέχει σταθερό καρδιακό παλμό. Εμφυτεύεται στο θωρακικό τοίχωμα κοντά στην κλείδα, συνδέεται με ένα σύρμα με ηλεκτρόδιο που διατρέχει ένα αιμοφόρο αγγείο σε μια θέση στην κορυφή της καρδιάς και στέλνει ηλεκτρικά σήματα για να σταθεροποιήσει τον καρδιακό ρυθμό εάν ανιχνευθούν αργοί καρδιακοί παλμοί.
Όπως οι βηματοδότες, έτσι και οι εμφυτεύσιμοι απινιδωτές-καρδιομετατροπής (ICD) τοποθετείται στο θωρακικό τοίχωμα κοντά στην κλείδα. Αν ανιχνεύσει μη φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό, ο απινιδωτής προκαλεί ένα σοκ υψηλής ή χαμηλής ενέργειας και αποκαθιστά το σταθερό καρδιακό παλμό. Η εμφύτευση απινιδωτή απευθύνεται κυρίως σε άτομα με κοιλιακή ταχυκαρδία και κοιλιακή μαρμαρυγή.
Προγραμματίστε ένα ραντεβού μαζί μας σήμερα και κάντε το πρώτο βήμα προς μια πιο υγιή και ευτυχισμένη καρδιά.