Όταν η καρδιά αδυνατεί να τροφοδοτήσει με αίμα τα διάφορα όργανα του σώματος, τότε γίνεται λόγος για καρδιακή ανεπάρκεια. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η καρδιακή ανεπάρκεια δε συνιστά νόσο, αλλά σύνδρομο. Αυτό σημαίνει ότι προκύπτει ως συνέπεια άλλων παραγόντων και παθολογικών αιτιών, που όταν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως καταλήγουν να προκαλούν ανεπάρκεια της καρδιάς.
Οι ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να εμφανίσουν είτε μειωμένο (HFrEF) είτε διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (HFpEF). Το μειωμένο κλάσμα εξώθησης προκύπτει όταν ο καρδιακός μυς δεν συστέλλεται αποτελεσματικά και συνήθως σχετίζεται με προηγούμενα καρδιακά συμβάντα, στεφανιαία νόσο και δομική βλάβη στην καρδιά. Σε αυτό το φαινότυπο της καρδιακής ανεπάρκειας, η καρδιά μεγαλώνει και αντίστοιχα μειώνεται η δύναμή της.
Στο φαινότυπο με το διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, η καρδιά μπορεί να εμφανίζεται φυσιολογική αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι, καθώς ενώ ο καρδιακός μυς συστέλλεται κανονικά, δηλαδή το κλάσμα εξώθησης διατηρείται, αυτό που δεν διατηρείται είναι η διαστολή της καρδιάς: η αριστερή κοιλία δεν γεμίζει με αρκετό αίμα, συχνά λόγω της ακαμψίας του καρδιακού μυός.

Το πιο συνηθισμένο αίτιο είναι η στεφανιαία νόσος, δηλαδή η σταδιακή ανάπτυξη αθηρωματικής πλάκας στο εσωτερικό των τοιχωμάτων των αρτηριών της καρδιάς, η οποία προοδευτικά η οποία οδηγεί σε μειωμένη αιμάτωση της καρδιάς και εν τέλει σε οξεία απόφραξη της αρτηρίας, με συνέπεια τη νέκρωση του τμήματος της καρδιάς που δεν αιματώνεται και την πρόκληση εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλα αίτια, όπως:

Η αξιολόγηση της καρδιακής ανεπάρκειας βασίζεται σε πλήθος εξετάσεων, οι οποίες έχουν ως στόχο την τεκμηρίωση των επί μέρους διαγνώσεων των αιτιών που μπορεί να ευθύνονται για την ανεπάρκεια.
Το πρώτο βήμα αφορά στη φυσική εξέταση και στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού του ασθενούς, όπου διερευνώνται τα συμπτώματα και τυχόν υποκείμενες παθήσεις που αποτελούν παράγοντες κινδύνου για καρδιακή ανεπάρκεια, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση).
Στη συνέχεια, ακολουθούν εξετάσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν:

Ο Δρ. Νινιός, μαζί με την ομάδα του, αντιμετωπίζουν καθημερινά ακόμα και τα πλέον σύνθετα και δύσκολα περιστατικά με εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ηγείται σειράς κλινικών μελετών στο Ιατρικό Διαβαλκανικό γύρω από πρωτοποριακές και καινοτόμες τεχνολογίες διαδερμικής επεμβατικής αντιμετώπισης βαλβιδοπαθειών κι άλλων προβλημάτων στην καρδιά.




Έκαστο αίτιο τη δική του ξεχωριστή διαδρομή, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι η καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία εκδηλώνεται με διάφορα συμπτώματα.
Ενδείξεις για πιθανή καρδιακή ανεπάρκεια μπορούν επίσης να είναι τα εξής:
Η θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας περιστρέφεται γύρω από τη διάγνωση κι αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας, όπως η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης. Σε περίπτωση που ο απεικονιστικός έλεγχος (στεφανιογραφία) αποκαλύψει σοβαρές στενώσεις σε στεφανιαία αγγεία, τότε απαιτείται αγγειοπλαστική προκειμένου να αποκατασταθεί η φυσιολογική αιμάτωση του μυοκαρδίου.
Αν η καρδιακή ανεπάρκεια συνδέεται με προβλήματα στη συστολή της καρδιάς, χορηγείται ειδική φαρμακευτική αγωγή, όπως
Οι θεραπείες αυτές αποδεδειγμένα βελτιώνουν τη δύναμη της αριστερής κοιλίας στους ασθενείς με χαμηλό κλάσμα εξώθησης και βελτιώνουν την πρόγνωσή τους.
Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί μια νέα κατηγορία φαρμάκων, οι αναστολείς των μεταφορέων νατρίου-γλυκόζης 2 (SGLT2), οι οποίοι μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπάρκειας και εξέλιξης της νεφρικής νόσου, τόσο για ασθενείς με χαμηλό κλάσμα εξώθησης όσο και εκείνους με φυσιολογικό κλάσμα εξώθησης, για τους οποίους μέχρι πρότινος δεν υπήρχε αποτελεσματική φαρμακευτική αγωγή.
Αν η καρδιακή ανεπάρκεια οφείλεται σε αρρυθμίες, οι οποίες είναι δυνητικά θανατηφόρες, όπως η κολπική μαρμαρυγή, τότε και πάλι αντιμετωπίζεται η υποκείμενη αιτία. Ανάλογα την περίπτωση και τις σχετικές ενδείξεις, μπορεί να γίνει τοποθέτηση απινιδωτή (ICD) στην αριστερή ή ακόμα και αμφικοιλιακού βηματοδότη/απινιδωτή (CRT-P, CRT-D).
Η καρδιά διαθέτει τέσσερις βαλβίδες, δυο από αριστερά (μιτροειδής κι αορτική) και δυο από δεξιά (τριγλώχινα και πνευμονική). Οι διαταραχές των βαλβίδων της καρδιάς μπορεί να είναι αιτία καρδιακής ανεπάρκειας ή και αποτέλεσμα αυτής.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που η ίδια η καρδιακή ανεπάρκεια, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, οδηγεί σε διαταραχή των βαλβίδων. Ενδεικτικά, η ανεπάρκεια της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια. Διορθώνοντας το πρόβλημα των βαλβίδων είτε χειρουργικά ή με διαδερμική επέμβαση, μπορούμε σήμερα έως και να αποτρέψουμε την εκδήλωση του συνδρόμου της καρδιακής ανεπάρκειας και να βελτιώσουμε σημαντικά την πρόγνωση.
Οι δυο αριστερές βαλβίδες (μιτροειδής κι αορτική) είναι αυτές που σχετίζονται με το σύνδρομο της καρδιακής ανεπάρκειας. Οι δεξιές βαλβίδες (τριγλώχινα και πνευμονική) έχουν τη δική τους ανεξάρτητη πορεία και όταν πάσχουν μπορεί να οδηγήσουν σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια.
Στους ενήλικες η καρδιακή ανεπάρκεια είναι κυρίως αριστερή, αν όμως δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει και σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια, δηλαδή αμφικοιλιακή. Η αμιγώς δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια παρατηρείται κυρίως σε πληθυσμούς νεαρής ηλικίας, άτομα με συγγενείς καρδιοπάθειες, που έχουν χειρουργηθεί σε πρώιμη ηλικία.
Η πλέον ενδεδειγμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας που σχετίζεται με παθήσεις των βαλβίδων (βαλβδιδοπάθειες) είναι η διαδερμική επεμβατική θεραπεία, χωρίς ανοιχτή χειρουργική επέμβαση και τις μεγάλες τομές στο στέρνο που αυτή συνεπάγεται, με τοπική νάρκωση ή ήπια μέθη. Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική τεχνική, κατά την οποία η παρέμβαση στην καρδιά γίνεται μέσω μιας φλέβας/ αρτηρίας στο μηρό. Με την μέθοδο αυτή, επιδιορθώνεται το πρόβλημα δίχως να σταματήσει η καρδιά, ενώ αποφεύγεται η εξωσωματική κυκλοφορία.
Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις διαδερμικής επεμβατικής θεραπείας, ανάλογα με τη βαλβίδα που έχει πρόβλημα αλλά και το είδος της συσκευής που χρησιμοποιείται για τη διόρθωση της ανεπάρκειας, όπως:
Η βασική αιτία της καρδιακής ανεπάρκειας είναι η δυσλειτουργία του καρδιακού μυός, η οποία εμφανίζεται ως εξασθένηση των μυών, με αποτέλεσμα τη μείωση της ικανότητας άντλησης της καρδιάς ή αυξημένη ακαμψία του καρδιακού μυός.
Ευτυχώς, υπάρχουν πολλοί τρόποι για την πρόληψη της εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας, που αφορούν τόσο την τήρηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής (τακτική άσκηση, υγιές σωματικό βάρος, αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά), όσο και την εφαρμογή κατάλληλης ιατρικής θεραπείας για καταστάσεις που προδιαθέτουν για καρδιακή ανεπάρκεια.
Η υπέρταση (υψηλή αρτηριακή πίεση) αποτελεί σημαντικό παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας. Συγκεκριμένα φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση, είναι επίσης αποτελεσματικά στη μείωση του κινδύνου καρδιακής ανεπάρκειας, όπως τα διουρητικά, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, οι αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης και τους β-αναστολείς.
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 προδιαθέτει για την ανάπτυξη καρδιακής ανεπάρκειας και η θεραπεία του διαβήτη για μείωση της γλυκόζης στο αίμα με διατροφή, άσκηση και ορισμένα αντιδιαβητικά φάρμακα υπό την ιατρική επίβλεψη, περιορίζει τον κίνδυνο.
Η συσσώρευση χοληστερόλης στις αρτηρίες που παρέχουν αίμα στην καρδιά, γνωστή και ως αθηροσκληρωτική στεφανιαία νόσος, οδηγεί σε καρδιακή προσβολή και εξασθένηση του καρδιακού μυός με αποτέλεσμα καρδιακή ανεπάρκεια. Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, υπό την επίβλεψη καρδιολόγου, για την αντιμετώπιση των παραγόντων που προκαλούν στεφανιαία νόσο μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.
Προγραμματίστε ένα ραντεβού μαζί μας σήμερα και κάντε το πρώτο βήμα προς μια πιο υγιή και ευτυχισμένη καρδιά.