
Η δοκιμασία (τεστ) κοπώσεως είναι μια απλή εξέταση που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και την αξιολόγηση της ροής του αίματος στην καρδιά. Διαγιγνώσκει στεφανιαία νόσο, προβλήματα καρδιακού ρυθμού (αρρυθμίες), όπως η κολπική μαρμαρυγή, και συμβάλει στη λήψη αποφάσεων θεραπείας για άλλες καρδιακές παθήσεις.
Το τεστ κοπώσεως πραγματοποιείται σε κυλιόμενο τάπητα, σε στατικό ποδήλατο ή σε ανακλινόμενο εργονομικό ποδήλατο με την αναπνοή, την αρτηριακή πίεση και την καρδιακή συχνότητα των εξεταζόμενων να βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση.
Κατά τη διάρκεια της άσκησης, η καρδιά παρακολουθείται με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) ή με απεικονιστικές μελέτες και ελέγχεται η ροή αίματος στα στεφανιαία αγγεία του μυοκαρδίου, με σκοπό να εντοπιστούν ισχαιμικές περιοχές που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο εμφράγματος.
Το τεστ κοπώσεως χρησιμοποιείται για:
Επειδή, λόγω της προσπάθειας, η καρδιά αντλεί εντονότερα αίμα, η δοκιμασία κόπωσης μπορεί να αποκαλύψει προβλήματα, όπως κακή παροχή αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες. Ειδικότερα, σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, η παροχή αίματος σε κατάσταση ηρεμίας μπορεί να είναι ανεπαρκής, όταν οι καρδιακές απαιτήσεις αυξάνονται από την άσκηση ή άλλες μορφές δοκιμασίας. Ο καρδιακός ρυθμός αυξάνεται στο 85% του μέγιστου προβλεπόμενου με βάση την ηλικία του ασθενούς ή μέχρι να εμφανιστούν τα συμπτώματα, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.
Το τεστ κοπώσεως είναι λιγότερο επεμβατικό από τον καρδιακό καθετηριασμό και ανιχνεύει ανωμαλίες στη ροή του αίματος. Ωστόσο, ως εξέταση είναι λιγότερο ακριβής για τη διάγνωση σε ασθενείς με χαμηλή πιθανότητα στεφανιαία νόσου πριν από τη δοκιμή. Όταν η αθηρωματική πλάκα που έχει σχηματιστεί στις στεφανιαίας αρτηρίες δεν είναι σημαντικά στενωτική, δηλαδή, δεν οδηγεί σε ισχαιμία κατά τη διάρκεια του τεστ κοπώσεως, μπορεί παρόλα αυτά να προκαλέσει οξύ στεφανιαίο σύνδρομο. Επομένως, ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα του τεστ κοπώσεως δεν εγγυάται τη μη εκδήλωση εμφράγματος του μυοκαρδίου στο μέλλον.

Η δοκιμασία κοπώσεως μπορεί να αποκαλύψει προβλήματα που δεν εμφανίζονται όσο η καρδιά βρίσκεται σε ηρεμία. Οι ακόλουθες καταστάσεις αποτελούν αιτία για να πραγματοποιηθεί το τεστ κοπώσεως:
Το τεστ κοπώσεως μπορεί να υποδείξει εάν η κατάσταση του εξεταζόμενου σχετίζεται με την καρδιά, τους πνεύμονες ή οφείλεται σε μη παθολογικά αίτια, όπως η έλλειψη άσκησης
Αντενδείξεις
Η δοκιμασία κοπώσεως έχε αρκετές απόλυτες και σχετικές αντενδείξεις.
Οι απόλυτες αντενδείξεις για το τεστ κοπώσεως περιλαμβάνουν:
Οι σχετικές αντενδείξεις περιλαμβάνουν:
Ο Δρ. Νινιός, μαζί με την ομάδα του, αντιμετωπίζουν καθημερινά ακόμα και τα πλέον σύνθετα και δύσκολα περιστατικά με εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ηγείται σειράς κλινικών μελετών στο Ιατρικό Διαβαλκανικό γύρω από πρωτοποριακές και καινοτόμες τεχνολογίες διαδερμικής επεμβατικής αντιμετώπισης βαλβιδοπαθειών κι άλλων προβλημάτων στην καρδιά.
Την ημέρα της εξέτασης δεν πρέπει να γίνεται λήψη τροφής ή υγρών δυο ώρες πριν. Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής γίνεται σε συνεννόηση με τον καρδιολόγο. Στους εξεταζόμενους συστήνεται να φορούν άνετα ρούχα και υποδήματα που είναι κατάλληλα για περπάτημα.
Κατά τη δοκιμασία κοπώσεως, οι εξεταζόμενοι περπατούν σε κυλιόμενο τάπητα (διάδρομος) ή καλούνται οδηγήσουν στατικό ή ανακλινόμενο εργονομικό ποδήλατο που κάνει την καρδιά τους να εργάζεται προοδευτικά όλο και πιο σκληρά, ενόσω παρακολουθείται η δραστηριότητά της με ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ).
Για το ΗΚΓ συνδέονται στους εξεταζόμενους ειδικά ηλεκτρόδια με μικρά κολλώδη έμπλαστρα που προσαρτώνται στο δέρμα τους. Επίσης, μετριέται η αρτηριακή πίεση των εξεταζόμενων και παρακολουθείται εάν έχουν συμπτώματα, όπως δυσφορία στο στήθος ή κόπωση.
Οι εξεταζόμενοι παρακολουθούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας. Εάν παρουσιαστεί πρόβλημα, η εξέταση σταματά αμέσως. Είναι πολύ σημαντικό να ενημερώνεται ο υπεύθυνος τεχνολόγος επί συμπτωμάτων, όπως πόνος στο στήθος, ζάλη, ασυνήθιστη δύσπνοια ή υπερβολική κόπωση. Μετά τη δοκιμή, οι εξεταζόμενοι ξαπλώνουν και η αρτηριακή πίεση, ο καρδιακός ρυθμός και το ΗΚΓ τους παρακολουθούνται για τρία έως πέντε λεπτά μετά την άσκηση.
Τα δεδομένα επανεξετάζονται από καρδιολόγο μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης. Τυχόν ανωμαλίες ή επιδείνωση των σωματικών συμπτωμάτων μπορεί να υποδηλώνουν στεφανιαία νόσο, δηλαδή το σχηματισμό αθηρωματικής πλάκας στα τοιχώματα των στεφανιαίων αγγείων που μειώνει τη ροή πλούσιου σε οξυγόνο αίματος στον καρδιακό μυ.
Ένα κανονικό αποτέλεσμα σε δοκιμασία κοπώσεως σημαίνει ότι δεν εντοπίζεται μειωμένη ροή αίματος στην καρδιά σε κατάσταση ηρεμίας, αλλά ενδεχομένως να υπάρχει περιορισμένη ροή αίματος κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης. Αν το φυσιολογικό αποτέλεσμα συμπίπτει με άλλους παράγοντες κινδύνου για καρδιακή νόσο, τότε ο καρδιολόγος ενδέχεται να ζητήσει περαιτέρω εξετάσεις και να συστήσει αλλαγές στον τρόπο ζωής και φαρμακευτική αγωγή.
Ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα σε δοκιμασία κοπώσεως υποδεικνύει σημαντική στεφανιαία νόσο, με υψηλή πιθανότητα για απόφραξη αρτηρίας. Ο καρδιολόγος θα ζητήσει πρόσθετες εξετάσεις για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση ή να αποκλείσει το μη φυσιολογικό αποτέλεσμα.
Αν μετά από το τεστ κοπώσεως ορισμένα συμπτώματα, όπως δύσπνοια και κόπωση, επιμένουν, οι εξεταζόμενοι θα πρέπει να επισκεφτούν έναν καρδιολόγο για περαιτέρω αξιολόγηση.
Προγραμματίστε ένα ραντεβού μαζί μας σήμερα και κάντε το πρώτο βήμα προς μια πιο υγιή και ευτυχισμένη καρδιά.