Με τους όρους οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή οξύ στεφανιαίο σύνδρομο ή καρδιακό επεισόδιο ή καρδιακή προσβολή γίνεται αναφορά σε ένα φάσμα παθολογικών καταστάσεων ως συνέπεια ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Η τελευταία προκαλείται από τη στένωση ή απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών, δηλαδή των αιμοφόρων αγγείων που αιματώνουν την καρδιά, με συνέπεια τη διακοπή της ομαλής ροής του αίματος προς την καρδιά και τη νέκρωση του καρδιακού μυός (μυοκάρδιο).
Η στένωση στα στεφανιαία αγγεία οφείλεται στην εναπόθεση ουσιών, όπως λίπη, χοληστερόλη κι ασβέστιο, στα τοιχώματα των αγγείων και ακολούθως στο σχηματισμό της λεγόμενης αθηρωματικής πλάκας. Συνήθως, η πλάκα εντός των στεφανιαίων αγγείων παραμένει σταθερή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να προκαλεί συνέπειες. Βαθμιαία, ωστόσο, καθώς οι πλάκες ενισχύονται και σκληραίνουν μπορεί να υποστούν ρήξη ή διάβρωση της εσωτερικής επιφάνειάς τους προκαλώντας θρόμβους που στενεύουν ή αποφράσσουν πλήρως τον αυλό της αρτηρίας. Ως συνέπεια, διακόπτεται απότομα η αιμάτωση του καρδιακού μυός, δηλαδή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Μόλις διακοπεί η παροχή αίματος και οξυγόνου, τα κύτταρα του μυοκαρδίου αρχίζουν να υφίστανται βλάβη και να πεθαίνουν. Η μη αναστρέψιμη βλάβη ξεκινά εντός 30 λεπτών από την απόφραξη.
Ως εκ τούτου, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου απαιτεί την άμεση μεταφορά του ασθενούς σε αιμοδυναμικό εργαστήριο για τη διενέργεια στεφανιογραφίας και αγγειοπλαστικής, προκειμένου να διανοιχθεί το αποφραγμένο αγγείο χωρίς χρονοτριβή, προκειμένου να αποκατασταθεί η αιμάτωση της καρδιάς και να αποφευχθεί κατά το δυνατόν η νέκρωση του μυοκαρδίου.

Τα περισσότερα εμφράγματα προκαλούνται ως συνέπεια στεφανιαίας νόσου, κατά την οποία οι στεφανιαίες αρτηρίες στενεύουν κι αποφράσσονται λόγω της συσσώρευσης αθηρωματικής πλάκας εντός τους.
Η αθηρωματική πλάκα είναι ένας συνδυασμός λίπους, χοληστερόλης και άλλων ουσιών που μπορούν να συσσωρευτούν στην εσωτερική επένδυση των τοιχωμάτων των στεφανιαίων αγγείων, μια κατάσταση γνωστή ως αθηροσκλήρωση.
Λιγότερο συχνά, τα εμφράγματα μπορεί να προκληθούν από σπασμό ή σύσφιξη μιας στεφανιαίας αρτηρίας. Οι σπασμοί μπορεί να σχετίζονται με το κάπνισμα, την υψηλή αρτηριακή πίεση, τη χρήση ναρκωτικών ουσιών ή άλλους παράγοντες.
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο πρόκλησης εμφράγματος. Οι κυριότεροι εξ αυτών είναι οι παρακάτω:
Ο κίνδυνος εμφράγματος είναι υψηλότερος σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρδιακών παθήσεων, ιδιαίτερα όταν η καρδιακή νόσος εμφανίζεται πριν από την ηλικία των 55 ετών.
Επίσης, ο κίνδυνος αυξάνεται με την πάροδο των ετών. Γενικότερα, οι άνδρες κινδυνεύουν από μικρότερη ηλικία, ενώ στις γυναίκες ο κίνδυνος αυξάνεται μετά την εμμηνόπαυση.

Η πρώτη διάγνωση τίθεται μέσω της κλινικής εικόνας του ασθενούς, ενώ στη συνέχεια επιβεβαιώνεται με σειρά εξετάσεων προκειμένου να εντοπιστεί με ακρίβεια η βλάβη και να παρασχεθεί το συντομότερο δυνατόν η κατάλληλη θεραπεία.
Το ηλεκτροκαρδιογράφημα και το διαθωρακικό υπερηχογράφημα δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη δραστηριότητα της καρδιάς και αποκαλύπτει την περιοχή που έχει υποστεί τη βλάβη.
Παράλληλα, διενεργείται αιματολογική εξέταση προς διαπίστωση αύξηση των μυοκαρδιακών ενζύμων, ενδεικτική της νέκρωσης τμήματος του καρδιακού μυός.
Καταλυτικής σημασίας είναι η πραγματοποίηση στεφανιογραφίας, δηλαδή εξέτασης του εσωτερικού των στενωμένων αγγείων με καθετηριασμό, ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας και υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση, προκειμένου να εντοπιστεί με ακρίβεια το σημείο του προβλήματος και να γίνει επί τόπου η επιδιόρθωση της βλάβης με αγγειοπλαστική.

Ο Δρ. Βλάσης Νινιός και η χειρουργική του Ομάδα έχουν πολυετή εμπειρία στη διαχείριση περιστατικών οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και στην πραγματοποίηση επείγουσας πρωτογενούς αγγειοπλαστικής για την αντιμετώπισή τους, με εξαιρετικά αποτελέσματα.








Το κύριο σύμπτωμα του εμφράγματος είναι η «στηθάγχη», δηλαδή ο έντονος πόνος πίσω από το στέρνο, στο κέντρο του θώρακα, ο οποίος μπορεί να επεκτείνεται προς το λαιμό και το σαγόνι, προς το στομάχι ή και προς τα δύο άνω άκρα. Εμφανίζεται ως σφίξιμο, καύσος ή ακαθόριστη δυσφορία και μπορεί να είναι πολύ έντονος και βασανιστικός, σε συνδυασμό με εφίδρωση, ναυτία και εμετό.
Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς που έχουν προχωρημένη ηλικία ή πάσχουν από κάποια χρόνια νόσο, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η δυσφορία μπορεί να είναι μικρότερη και να συνοδεύεται από δύσπνοια.
Σε κάθε περίπτωση, η εμφάνιση των παρακάτω συμπτωμάτων αποτελεί ένδειξη για επείγουσα καρδιολογική κατάσταση, όπως το έμφραγμα.
Αντιμετώπιση
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του εμφράγματος έχει ως στόχο την αποκατάσταση της ροής του αίματος στο στενωμένο ή αποφραγμένο αγγείο, τη διατήρηση της λειτουργίας του μυοκαρδίου και τη διάσωση του ασθενούς.
Αυτό επιτυγχάνεται με τη διάνοιξη των στενωμένων αγγείων, η οποία γίνεται με δύο τρόπους φαρμακευτικά και μηχανικά.
Η φαρμακευτική διάνοιξη των στεφανιαίων αρτηριών γίνεται με τη χορήγηση θρομβολυτικών φαρμάκων, τα οποία έχουν ως στόχο τη διάλυση του θρόμβου που έχει προκαλέσει τη στένωση/θρόμβωση.
Η αποτελεσματικότητα των θρομβολυτικών φαρμάκων είναι μεγάλη εφόσον χορηγηθούν έγκαιρα – ιδανικά μέσα στην πρώτη ώρα από την έναρξη των συμπτωμάτων – και φθίνει ραγδαία με την πάροδο του χρόνου. Πρακτικά, η δράση των θρομβολυτικών φαρμάκων παύει να είναι αποτελεσματική δώδεκα (12) ώρες μετά την εκδήλωση του εμφράγματος.
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η φαρμακευτική διάνοιξη δεν αντιμετωπίζει την υποκείμενη αιτία, δηλαδή τη συσσώρευση της αθηρωματικής πλάκας εντός της στεφανιαίας αρτηρίας και της στένωσης που αυτή προκαλεί, με όλο τον κίνδυνο εκ νέους ρήξης της, απόφραξης και εμφράγματος σε σύντονο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον, η χορήγηση θρομβολυτικών φαρμάκων μειώνει την πηκτικότητα του αίματος κι ως εκ τούτου αυξάνει την πιθανότητα αιμορραγιών, οι οποίες σε ένα μικρόν μεν αλλά όχι αμελητέο ποσοστό (έως και 0,5%) μπορεί να αποβούν μοιραίες (ενδοεγκεφαλική αιμορραγία).
Η άλλη μέθοδος αντιμετώπισης του εμφράγματος είναι η μηχανική διάνοιξη του στενωμένου αγγείου με επείγουσα πρωτογενή αγγειοπλαστική.
Η εν λόγω μέθοδος περιλαμβάνει τη διενέργεια στεφανιογραφίας με τοπική αναισθησία και διαμέσου της κερκιδικής αρτηρίας στο χέρι, δια της οποίας ο επεμβατικός καρδιολόγος προωθεί τα ειδικά εργαλεία του μέχρι το σημείο του προβλήματος. Αφού εντοπιστεί στο σημείο της πραγματοποιείται διάνοιξη με τη χρήση ενός μπαλονιού και την τοποθέτηση κάποιων εσωτερικών μεταλλικών πλεγμάτων, των λεγόμενων stent.
Η μηχανική διάνοιξη του στενωμένου αγγείου με αγγειοπλαστική (μπαλονάκι) έχει πολλά πλεονεκτήματα με κυριότερο, το ότι αντιμετωπίζεται η υποκείμενη στένωση της αρτηρίας κι επομένως μειώνεται η πιθανότητα νέου εμφράγματος. Ταυτόχρονα, δεν απαιτείται η χρήση ισχυρών θρομβολυτικών φαρμάκων κι επομένως ελαττώνεται ο κίνδυνος αιμορραγίας.
Μετά την επείγουσα αγγειοπλαστική, οι ασθενείς παίρνουν εξιτήριο έπειτα από 3 ως 5 ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκονται υπό παρακολούθηση και υποβάλλονται στις απαραίτητες εξετάσεις.
Προγραμματίστε ένα ραντεβού μαζί μας σήμερα και κάντε το πρώτο βήμα προς μια πιο υγιή και ευτυχισμένη καρδιά.